Η λέξη «τραύμα» προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα «τιτρώσκω» που σημαίνει «πληγώνω». Ξεκίνησε σαν λέξη που χρησιμοποιούνταν στην ιατρική ορολογία, για να περιγράψει τις πληγές των ανθρώπων, που έχουν επιβιώσει από διάφορα ατυχήματα. Στην πορεία, όμως, εκτός από τον χώρο της ιατρικής και της ψυχοπαθολογίας, η έννοια του «τραύματος» άρχισε να μελετάται εκτενέστερα από ψυχολόγους, ψυχαναλυτές, ψυχιάτρους, νευροβιολόγους και ολιστικούς θεραπευτές, περνώντας, έτσι, από το αμιγώς σωματικό επίπεδο, στο ψυχολογικό, το «εσωτερικό». 

Τι είναι το ψυχικό τραύμα;

Το ψυχικό τραύμα, αφορά σε ένα συμβάν, το οποίο το άτομο βιώνει ως απειλητικό, σε ψυχολογικό και σωματικό επίπεδο και είναι ικανό να του προκαλέσει αισθήματα φόβου, τρόμου, ανησυχίας, ανασφάλειας και αναστάτωσης, καθώς το άτομο αισθάνεται, συνήθως, αβοήθητο και «μόνο» απέναντι σε αυτό. Μερικές μορφές που μπορεί να λάβει το τραύμα είναι, η σωματική κακοποίηση, η σεξουαλική κακοποίηση, η λεκτική κακοποίηση, η παραμέληση, ο σχολικός εκφοβισμός, μία φυσική καταστροφή που έχει βιώσει το άτομο ή ένα ιατρικό τραύμα. Τραυματικό, μπορεί να είναι, όμως, ακόμη και κάτι που δεν συμβαίνει στο ίδιο το άτομο, αλλά σε ένα αγαπημένο και κοντινό του πρόσωπο. 

Παρόλο που τις περισσότερες φορές που γίνεται λόγος για τραύμα, το μυαλό μας πηγαίνει στην παιδική ηλικία, αξίζει να σημειωθεί ότι, ένα ή και παραπάνω τραυματικά γεγονότα μπορούν να καταγραφούν και στην ενήλικη ζωή του ατόμου και να φέρουν εξίσου επίπονες επιπτώσεις και αποτελέσματα. Σαφώς, μία επώδυνη και δύσκολη κατάσταση, όπως και ένα τραυματικό γεγονός, δεν σημαδεύουν τα άτομα με τον ίδιο τρόπο, ούτε βιώνονται με τον ίδιο τρόπο απαραίτητα, και αυτό είναι κάτι που ισχύει τόσο για την παιδική, όσο και για την ενήλικη ζωή.

Ωστόσο, όταν το τραύμα καταγράφεται στην παιδική ηλικία – και ανάλογα και με το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται το παιδί – είναι πιθανό, να βρίσκεται σε μία θέση όπου δεν μπορεί να αντιληφθεί πλήρως και να αξιολογήσει αυτό που του έχει συμβεί ή τι ακριβώς αυτό σημαίνει, να μην μπορεί να το εκφράσει λεκτικά, και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται να νοηματοδοτήσει τις αντιδράσεις, την αντιμετώπιση των γύρω του, τις αλλαγές που συμβαίνουν, με αποτέλεσμα να εντείνεται το άγχος, η αμφιβολία και ο φόβος. Όντας σε μία τέτοια κατάσταση, με το «πάγωμα», το σοκ, τον φόβο, την ενοχή, την ντροπή και την αγωνία να κυριαρχούν, είναι πολύ πιθανό τα παιδιά να προτιμήσουν να κρύψουν καλά μέσα τους αυτό το τραυματικό γεγονός, να απωθήσουν το τραύμα τους, και να το φέρουν «προσεκτικά» μέσα τους και στην ενήλικη ζωή – τουλάχιστον μέχρι να θελήσουν και νιώσουν έτοιμοι να το φέρουν στην επιφάνεια και να το διαχειριστούν.

Εκτός από τη συνειδητή καταγραφή του τραύματος που αναφέραμε, όμως, ενδέχεται το άτομο να μην έχει επίγνωση του τραύματός του και να το βιώνει συγκεκαλυμένα μέσα στη ζωή του, χωρίς να έχει «πρόσβαση» σε αυτό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου το άτομο έχει αποσυνδεθεί από την τραυματική εμπειρία, το τραύμα συχνά μεταμφιέζεται σε φοβίες, άγχος, ψυχοσωματικά συμπτώματα, επιθυμία για κοινωνική απόσυρση και αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό και τη ζωή. 

Πώς μπορεί να εκδηλώνεται το τραύμα στην ενήλικη ζωή;

Ένα παιδί που έχει κακοποιηθεί ή παραμεληθεί στην παιδική του ηλικία, και ειδικά όταν αυτό έχει συμβεί από τους φροντιστές του, οι οποίοι είναι οι άνθρωποι που το παιδί ταυτίζει με την φροντίδα, την ασφάλεια, το «ανήκειν», αισθάνεται συνήθως υπαίτιο για ό,τι συμβαίνει, σκέφτεται πως οι γονείς του δεν είναι ικανοποιημένοι από εκείνο, θυμωμένοι ή απογοητευμένοι. Το άγχος αυτό μεταφράζεται σε φόβο εγκατάλειψης, όπου ο μόνος τρόπος για να μην εκπληρωθεί η ανησυχία του παιδιού, είναι να προσπαθεί να λειτουργεί σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα «θέλω» των γονιών του, παραμελώντας τις δικές του ανάγκες.

Στην ενήλικη ζωή, αυτός ο βαθύς φόβος της εγκατάλειψης, μπορεί να εκδηλωθεί με την τάση του ατόμου να επιλέγει και να διατηρεί με μεγαλύτερη ανοχή κακοποιητικές σχέσεις, να υπομένει κακοποιητικές συμπεριφορές από ερωτικούς συντρόφους, εργοδότες, γονείς κλπ.  

Το τραύμα πολλές φορές μεταμφιέζεται και εκφράζεται, επίσης, μέσω του έντονου θυμού. Οι ενήλικες που έχουν βιώσει κάποιο τραυματικό γεγονός στην παιδική τους ηλικία, συνήθως κουβαλούν πολύ θυμό μέσα τους, τον οποίο δυσκολεύονται να διαχειριστούν. Η μη διαχείριση και το «κουκούλωμα» του θυμού, μπορούν να οδηγήσουν σε μία παθητικά επιθετική συμπεριφορά, η οποία προκαλεί δυσκολίες στις σημαντικές διαπροσωπικές τους σχέσεις τους σχέσεις, στη δημιουργία και διατήρηση ενός κοινωνικού κύκλου και τείνει να τους απομονώνει. 

Η κακοποίηση ή η παραμέληση, ακόμη, ωθούν το άτομο στη δημιουργία μιας «ταυτότητας θύματος», η οποία θολώνει την αυτοεικόνα και τον δυναμισμό, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να μπορεί να δει τον εαυτό του σαν κάποιον που έχει τη δύναμη και τον έλεγχο στη ζωή του και είναι κύριος του εαυτού του. Αντ’ αυτού, προτιμά να θυματοποιείται, αφού πολλές φορές έχει εκ των προτέρων «κρίνει» ότι είναι λάθος, ότι ο ίδιος φταίει, ότι ο άλλος είναι πιο ισχυρός και ότι χρειάζεται να προστατευτεί και αμυνθεί, αντί να διεκδικήσει το δίκιο του.

Το τραύμα αφήνει, επίσης, το αποτύπωμά του και μέσω των ζητημάτων προσκόλλησης.  Οι άνθρωποι που έχουν βιώσει κάποιο τραύμα μεταξύ έξι μηνών και τριών ετών, είναι πιο επιρρεπείς στην προβληματική προσκόλληση με τους ανθρώπους που τα φροντίζουν. Μεγαλώνοντας, δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τους γύρω τους κι έτσι αδυνατούν να δημιουργήσουν ικανοποιητικές κοινωνικές σχέσεις, πράγμα που επηρεάζει τη διάθεση, την αυτοπεποίθηση και τη συμπεριφορά τους. 

Τέλος, οι ενήλικες που έχουν τραυματιστεί ψυχικά φαίνεται να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερη δυσκολία στη θέσπιση και διατήρηση των ορίων. Αφ’ ενός τα παιδιά που έχουν κακοποιηθεί, δεν έχουν μάθει την έννοια των ορίων, καθώς αντί για όρια μάθαιναν και βίωναν τη συνεχή παραβίαση. Αφ’ ετέρου, η θέσπιση των ορίων τους τρομάζει, διότι έχουν ταυτίσει την οριοθέτηση με την απομάκρυνση και την «απώλεια» του άλλου.

Το τραύμα, πολλές φορές δεν είναι απλώς κάτι παρελθοντικό, αλλά μια ανοιχτή πληγή που μπορεί να επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας. Να θυμάσαι, όμως, πως δεν είσαι αυτό που σου συνέβη, αλλά ό,τι επέλεξες να γίνεις! 

Εάν το έχεις ανάγκη, μη διστάσεις να απευθυνθείς σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, ο οποίος μπορεί μέσα σε ένα ασφαλές πλαίσιο, να σε βοηθήσει να ξεδιπλώσεις τον ψυχισμό και τα τραύματά σου. Δεν είσαι μόνος!