Τα τελευταία χρόνια έχω γνωρίσει πολλούς γονείς που στο πλαίσιο του gentle parenting που ακολουθούν αρνούνται να ξεστομίσουν τη λέξη «όχι» στα παιδιά τους γιατί πιστεύουν ότι δημιουργεί αρνητισμό, ανασφάλειες και φοβίες, καθώς βάζει φρένο στον αυθορμητισμό και τη φαντασία τους. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. «Η λέξη αυτή καθαυτή δεν είναι πρόβλημα» λέει η Ασημίνα Αγγελίδου, παιδοψυχολόγος, ψυχολόγος υγείας και ψυχοθεραπεύτρια, εξηγώντας ότι ως υπεύθυνοι γονείς πρέπει να βάζουμε όρια, «γιατί μέσα από αυτά το παιδί νιώθει ασφάλεια, διδάσκεται, προφυλάσσεται από κινδύνους και μαθαίνει ότι δεν μπορούν πάντα να ικανοποιούνται όλες του οι ανάγκες και επιθυμίες. Και τα όρια μπαίνουνε με τα όχι».

Η πολυγραφότατη σύμβουλος γονεϊκότητας Sarah Ockwell-Smith, απομυθοποιεί επίσης τον αφορισμό της λέξης όχι από τους “gentle parents” τονίζοντας αφενός ότι ένα περιβάλλον στο οποίο ακούγονται μόνο ναι είναι ζημιογόνο για το παιδί και αφετέρου ότι το όχι δεν είναι μία κακή λέξη που πρέπει να λείπει από το λεξιλόγιο του gentle parenting, επειδή πολύ απλά κάποιες φορές είναι απαραίτητη.

Το θέμα είναι ποιες είναι αυτές οι φορές, πόσο συχνές είναι και με ποιον τρόπο λέμε όχι κατά περίπτωση.

Πολλά από τα όχι που λέμε ως γονείς αφορούν στις καταναλωτικές επιθυμίες των παιδιών μας. Το παράδειγμα είναι βγαλμένο από τη ζωή: Πηγαίνουμε στο σουπερμάρκετ και το παιδί ζητάει επίμονα να πάρει μία μικρή λιχουδιά. Παρά τις αντιρρήσεις μας συμφωνούμε. Στον επόμενο διάδρομο βρίσκει τους συσκευασμένους χυμούς. Αποφεύγουμε το όχι, λέγοντας «θα πιεις στο σπίτι όπου έχουμε ήδη χυμό». Η γκρίνια όμως αρχίζει και μετά από λίγο κορυφώνεται μπροστά από τα παιχνίδια, όπου ζητάει κάτι μικρό μεν, αλλά ίδιο με άλλα δέκα που έχει στο δωμάτιό του και με τα οποία στην ουσία δεν παίζει. Εκεί το όχι, το λέμε φωναχτά και το ευχαριστιόμαστε. «Όμως το παιδί δεν μαθαίνει κάτι μέσα από αυτό το όχι μας» λέει η Ασημίνα συμπληρώνοντας ότι το μόνο που κάνουμε είναι να ξεσπάμε τα νεύρα μας. «Ούτε το χαλιναγωγούμε, ούτε του λέμε τι πρέπει και τι δεν πρέπει. Αυτό λοιπόν που πρέπει να θυμόμαστε είναι να λέμε το όχι κατόπιν συζήτησης ή κατόπιν συμφωνίας» λέει.

Χρήσιμες φράσεις προς αυτήν την κατεύθυνση είναι: Ναι, όχι σήμερα που πήραμε π.χ. τη λιχουδιά ή θα το σκεφτούμε για μια άλλη φορά ή θα το συζητήσουμε και με τη θεία/τη γιαγιά που θέλουν να σου πάρουν ένα δωράκι ή άσε με να το σκεφτώ λίγο και βλέπουμε. «Με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά δείχνουμε ότι σεβόμαστε την επιθυμία του και απλώς τη μεταθέτουμε. Του μαθαίνουμε ότι επειδή θέλει κάτι τώρα δεν σημαίνει ότι η επιθυμία του θα ικανοποιηθεί τώρα» καταλήγει.

Υπάρχουν βέβαια και πολλοί γονείς που προκειμένου να μην φτάσουν σε αυτό το σημείο λένε όχι σε όλες τις επιθυμίες των παιδιών. Έτσι όμως το παιδί δεν αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να θέτει προτεραιότητες για το τι χρειάζεται και τι όχι. «Έρευνες δείχνουν ότι αν έχουμε έναν αφοριστικό γονιό που λέει όχι σε όλα, το παιδί μεγαλώνει θέλοντας τα πάντα. Δεν θα έχει μάθει κάτι, απλώς θα έχει ζήσει σε στερητικό περιβάλλον που αποδεδειγμένα δεν κάνει καλό» επισημαίνει η Ασημίνα.

Τώρα όσον αφορά στη συμπεριφορά των παιδιών, τα όχι πρέπει να ακούγονται σθεναρά όταν η ζωή ή η υγεία τους βρίσκεται σε κίνδυνο ή όταν ετοιμάζονται να βλάψουν κάποιον άλλο (άνθρωπο ή ζώο). Η Sarah Ockwell-Smith προτείνει ως εναλλακτική και τη λέξη “σταμάτα!”. «Και οι δύο λέξεις πρέπει να λέγονται δυνατά και με σοβαρότητα, χωρίς όμως να τις φωνάζουμε (γιατί τα παιδιά δεν μας ακούνε όταν φωνάζουμε). Και οι δύο λέξεις δείχνουν ξεκάθαρα στο παιδί ότι αυτό που ετοιμάζεται να πράξει είναι κατηγορηματικά μη αποδεκτό» λέει.

Στα υπόλοιπα θέματα ανατροφής, κάθε γονιός έχει τις δικές του κόκκινες γραμμές. Για παράδειγμα μπορεί να λέει όχι όταν το παιδί ζητάει να κάνει ο γονιός κάτι πχ. να του φορέσει τα παπούτσια, ενώ είναι μια δεξιότητα που έχει κατακτήσει και μόνο του. Ή να του λέει όχι όταν κάτι αντιτίθεται στις αξίες του πχ. να του αγοράσει ένα παιχνίδι – όπλο. Ή όταν κάποιος άλλος έχει μεγαλύτερη ανάγκη από το παιδί τη δεδομένη στιγμή και πρέπει να τον φροντίσει. Οι περιπτώσεις είναι πολλές και διαφορετικές. Απλώς αξίζει να σκεφτούμε μήπως η απάντηση αυτή μας έρχεται αυτόματα χωρίς να το θέλουμε πάντα, ενώ μάλιστα υπάρχουν και άλλοι τρόποι να αρνηθούμε κάτι.

Η Sarah Ockwell-Smith θεωρεί ότι η καλύτερη συμβουλή που μπορεί να σου δώσει είναι: «Ρώτα τον εαυτό σου γιατί λες όχι. Αν υπάρχει μία λογική απάντηση και πιστεύεις πραγματικά ότι το σωστό είναι να πεις όχι, πες το! Όμως υποστήριξε την άρνησή σου, εξήγησε τι θέλεις και βεβαιώσου ότι λες στο παιδί τι είναι προτιμότερο να γίνει. Αυτό είναι το μυστικό. Αλλιώς απλώς δεν θα ξέρει τι πρέπει να κάνει» λέει.