Στον νεότερό μου εαυτό δεν θα έλεγα πολλά πράγματα. Τα λόγια χωρίς πράξεις δεν έχουν δύναμη. Θα τον έπαιρνα από το χέρι. Θα έκανα αυτό που έκανε και η φίλη μου όταν 17 χρόνων την πήρα τηλέφωνο και της είπα ότι θέλω να δώσω τέλος στη ζωή μου. Είχα απογοητευτεί και είχα κουραστεί. Ένιωθα πολύ μόνος και βίωνα τη ματαιότητα και την εγκατάλειψη από πολύ μικρός. Αισθανόμουν ότι η λύτρωση θα ερχόταν αν και εγώ ο ίδιος με εγκατέλειπα. Η φίλη μού είπε «κλείσε το τηλέφωνο και έρχομαι να σε πάρω». Και ήρθε. Βάλαμε μερικά ρούχα μου σε ένα σακίδιο και με πήγε σπίτι της και μου έδωσε αυτό που μου έλειπε. Αγάπη. Έτσι ξεκίνησα να συνέρχομαι. Είχα μπλέξει με ουσίες. Την απεξάρτηση την έκανα μόνος μου. Είχα ένα ρολόι απέναντι από το κρεβάτι μου και το κοιτούσα και έλεγα πως κάθε λεπτό που θα περνάει εγώ θα γίνομαι καλύτερα. Ήταν δύσκολες αυτές οι μέρες, αλλά όχι οι δυσκολότερες της ζωής μου. Ήταν ντυμένες με πίστη. Με πίστη στον εαυτό μου.

Αν σου πω τη ζωή μου μπορείς να γράψεις βιβλίο ή να γυρίσεις ταινία. Στην εφηβεία μου έφυγα από το σπίτι μου για πρώτη φορά. Από τότε επέστρεψα και έφυγα πολλές φορές. Έχω κοιμηθεί στον δρόμο, έχω κοιμηθεί σε πλατείες. Στο Σύνταγμα, στο Κολωνάκι, στη Φωκίωνος Νέγρη, στην πλατεία Αμερικής. Τότε οι πλατείες είχαν καφετέριες με καρέκλες με μαλακά μαξιλάρια. Ένωνα τις καρέκλες και κοιμόμουν. Ήμουν μόλις 15 ετών. Γύρισα όλη την Ελλάδα με οτοστόπ, με απείλησαν με όπλο τρεις φορές, με έκλεψαν και με άφησαν μόνο με το εσώρουχό μου. Δεν ξέρω τι με έκανε να συνεχίζω να προχωράω. Ήταν σαν να είχα μπει στην αυτόματη λειτουργία. Η μόνη επιλογή μου ήταν η επιβίωση.

Μάνος Βυνιχάκης

φωτό: Προσωπικό Αρχείο

Μάνος Βυνιχάκης

φωτό: Προσωπικό Αρχείο

Γεννήθηκα στην Αθήνα, στην Κυψέλη. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν πολύ μικρός, και μεγάλωσα Καισαριανή, Αργυρούπολη, Γλυφάδα… Όμως πάντα ήμουν παιδί του κέντρου. Όταν το έσκασα από το σπίτι μου στα 14, πήγαινα στα τότε μαγαζιά που υπήρχαν στο Κολωνάκι, στην Αυτοκίνηση. Ήμουν από τα πιο μοντέρνα παιδιά της Αθήνας τότε. Τα μαγαζιά όταν έβλεπαν εμένα και την παρέα μου άνοιγαν τις πόρτες. Ήμασταν πολύ εκκεντρικά άτομα. Είχα βαμμένα μαλλιά, φορούσα αξεσουάρ και τα ρούχα μου ήταν από το Remember. Όλοι με περνούσαν για ενήλικα.
Πίσω στο σπίτι υπήρχε μια τοξική κατάσταση. Τα πράγματα ήταν κακοποιητικά. Ένιωθα πως δεν υπήρχε εναλλακτική. Όταν ακούω για περιπτώσεις παιδιών που έχουν αυτοκαταστροφικές τάσεις, επιθετικές τάσεις, μπλέκουν με ουσίες, κάνουν κακές παρέες, σκέφτομαι ότι δεν φταίνε τα ίδια. Τα πάντα ξεκινούν από την οικογένεια. Εκεί μπαίνει ο σπόρος, εκεί διαμορφώνεται ο πυρήνας σου. Μου πήρε πολλά χρόνια για να συγχωρήσω το οικογενειακό μου περιβάλλον. Έχω περάσει χρόνια ολόκληρα κάνοντας ψυχοθεραπεία. Ξέρεις, αν δεν συγχωρήσεις τον άλλον, κουβαλάς μαζί σου ένα φορτίο που δεν σου κάνει καλό, δεν σε αφήνει να απελευθερωθείς. Η συγχώρεση έρχεται μέσα από την κατανόηση. Μπαίνεις για λίγο στα παπούτσια του άλλου. Σίγουρα δεν λες άφεση αμαρτιών, αλλά μαθαίνεις να λες οκ. Τέλος πάντων…

φωτό: Προσωπικό Αρχείο

Στη δεκαετία, λοιπόν, του ’80 όπου μεγάλωσα, υπήρχαν οι ροκάδες, οι new romantics, το new wave, η disco. Εγώ άκουγα από Cure και Smiths μέχρι Duran Duran, Boy George και Diana Ross. Το μακιγιάζ ήταν κομμάτι όλων αυτών των σκηνών, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άντρες. Με το μακιγιάζ μιλούσες, έδειχνες ποιος είσαι. Στα 14 μου γνώρισα μια drag queen, μια Ισπανίδα, την Παρσελίνα. Ήταν όμορφη σαν μοντέλο και έκανε σόου σε μεγάλα νυχτερινά μαγαζιά. Μερικές φορές κοιμόμουν σπίτι της. Την έβλεπα που ετοιμαζόταν. Το άβαφο πρόσωπό της ήταν σαν ένας καμβάς. Έβλεπα τη μεταμόρφωσή της. Και έτσι ξεκίνησα να το αγαπώ το μακιγιάζ. Αργότερα πήγα σε σχολή και δειλά-δειλά ξεκίνησα την καριέρα μου από μια διαφημιστική εταιρεία. Δούλευα κάθε μέρα για πάρα πολλά χρόνια. Τις μέρες που δεν δούλευα ήμουν δυστυχής. Πάλευα με την κατάθλιψη. Δεν φαινόταν όμως. Προσπαθούσα μέσα από τη δουλειά μου να γίνω καλά. Δεν μπορούσα όμως να διαχειριστώ τον ελεύθερο χρόνο μου. Δεν μπορούσα να διαχειριστώ τη χαρά της επιτυχίας, τα χρήματα και την αναγνώριση που ήρθαν με τη δουλειά μου. Η κατάθλιψη ήταν χρόνια για μένα. Και όχι στιγμές. Μέχρι τα 40 μου ζούσα μαζί της. Όταν ζήτησα βοήθεια, ήταν και η μέρα που σηματοδότησε την αρχή μιας νέας σχέσης, αυτής με τον εαυτό μου. Άρχισα να γνωρίζω εμένα.
Η επαφή μου με τη φύση ήταν η πρώτη θεραπεία μου, πριν από την ψυχανάλυση. Λατρεύω τη θάλασσα. Αγαπώ το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι είναι επικοινωνία, ελευθερία. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτήν τη σύνδεση με τη φύση. Έτσι μπήκε η Γαύδος στη ζωή μου, πριν από 26 χρόνια. Είναι το μέρος που πάω κάθε χρόνο από τότε. Το τοπίο της είναι σαν μια μεγάλη αγκαλιά. Σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια. Ήταν όνειρό μου να βρω ένα κομμάτι γης εκεί και όταν τελικά το βρήκα πήρα ένα τροχόσπιτο και πήγα. Και εκεί τράβηξα βέβαια μεγάλες στενοχώριες. Γιατί, ενώ είναι ένα νησί που το αγαπώ πολύ, μου έφερε θλίψη το γεγονός ότι οι άνθρωποι που έχουν ισχύ εκεί δεν δημιουργούν καλές συνθήκες για να μείνει κάποιος άνθρωπος μακροπρόθεσμα. Πήγα λοιπόν με την απόφαση να είναι εκεί η βάση μου, αλλά ξενέρωσα, όχι με το μέρος, όσο με το σύστημα που έχει αγκαλιάσει αυτό το μέρος και το φθείρει.

Μάνος Βυνιχάκης

φωτό: Προσωπικό Αρχείο

Κι έτσι να με πάλι στην Αθήνα. Δεν με ενοχλεί όμως. Από μικρός είχα ένα χάρισμα. Είμαι χαμαιλέων. Προσαρμόζομαι όπου και να με βάλεις. Θα με βάλεις στα Εξάρχεια, θα νομίζεις ότι είμαι ένας από αυτούς, θα με βάλεις στα σαλόνια, θα είμαι ένας από την μπουρζουαζία. Είμαι στη Γαύδο; Είμαι άνθρωπος του νησιού. Είμαι στην Αθήνα; Είμαι άνθρωπος της πόλης. Αυτό βέβαια που νιώθω στη Γαύδο και δεν νιώθω εδώ είναι αυτή η ευγνωμοσύνη κάθε πρωί. Στην πόλη ξυπνάω και σκέφτομαι τις υποχρεώσεις.
Μερικές φορές έχω αυτή την ιδέα μέσα στο μυαλό μου. Σαν μια ταινία. Μια παρέα παιδιών κυνηγούν το καλοκαίρι. Σαν αποδημητικά πουλιά. Είμαι ένας από αυτή την παρέα.

 

Η ιστορία του Μάνου Βυνιχάκη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Τρίτο Τεύχος του Love Yourself. 

 

Θέλεις ακόμα μια ιστορία συγκινητική για να διαβάσεις; 

H ιστορία της Θάλασσας