Αν ήμουν πυροσβέστης για μια μέρα…

Θα είχα φύγει από το σπίτι μου πολύ νωρίς το πρωί, πριν ξημερώσει, για να φτάσω στο σημείο της φωτιάς, όπου κάποιος ανώτερος μου θα με είχε ενημερώσει να πάω.

Θα είχα φιλήσει τη γυναίκα μου, αφού θα είχα ρίξει μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο των παιδιών και θα την κρατούσα ως εικόνα στο μυαλό μου την ώρα που θα οδηγούσα για τη φωτιά, μαζί με το τελευταίο βλέμμα της γυναίκας μου που θα έλεγε… «σε παρακαλώ πρόσεχε εκεί που πας. Θέλω να γυρίσεις πίσω πάλι το βράδυ να με πάρεις αγκαλιά».

Ίσως να σκεφτόμουν ότι θα ήθελε να δούμε μια ταινία ή να φάμε σε ένα ταβερνάκι και να περπατήσουμε στην πόλη τη νύχτα, αλλά δεν τολμούσε να το πει…

Ίσως από αντίδραση να είχα νεύρα με το βλέμμα της… Τι δεν καταλαβαίνει; Πυροσβέστης είμαι. Γιατί με κοιτάει έτσι; Δεν το ήξερε όταν με παντρεύτηκε;

Οδηγώντας προς τη φωτιά και προσπαθώντας να καταλάβω την κατάσταση και να πάρω ενημέρωση και οδηγίες, θα τα έβαζα για άλλη μια φορά με τον εαυτό μου για όλα αυτά που θα ήθελα να της προσφέρω, αλλά δεν μπορώ. Θα ξανασκεφτόμουν την επιλογή μου να γίνω πυροσβέστης, προσπαθώντας να την εκλογικεύσω και, ίσως, στην προσπάθεια μου να «φτιάξω» ηθικό, να θυμόμουν πόσο υπερήφανοι είναι η γυναίκα, τα παιδιά μου και οι δικοί μου άνθρωποι για εμένα και τη δουλειά που κάνω κι έτσι θα έπαιρνα και πάλι θάρρος, για να αντιμετωπίσω την ημέρα μου.

Τον αγαπώ τον εαυτό μου…; Θα άφηνα το παιδί μου που λατρεύω να μπει με αυταπάρνηση στη φωτιά για να τη σβήσει όπως εγώ; Ούτε κατά διάνοια! Έχοντας πλέον όλη αυτή την εμπειρία στην πλάτη μου, ξέρω ότι θα προτιμούσα να δουλεύω όλη ημέρα για εκείνο, για να κάνει κάτι καλύτερο, πάρα να σκέφτομαι τι μπορεί να του συμβεί.

Τι σημαίνει όμως κάτι καλύτερο;

Η προσφορά της δουλειάς μου είναι τεράστια και όλοι αυτό μου λένε.

Όμως εγώ; Τον αγαπώ τον εαυτό μου…; Σε τι δοκιμασία με βάζω πάλι…

Θα έφτανα, λοιπόν, στο βουνό, στη φωτιά, στο σημείο, έχοντας ακούσει και λίγο ειδήσεις για να εκνευριστώ ακόμη πιο πολύ σχετικά με τις απόψεις περί κλιματικής αλλαγής, ακαθάριστων οικοπέδων, καλωδίων ρεύματος, εμπρησμών… αλλά χωρίς κανείς να κάνει τίποτα…

Θα έπαιρνα την ομάδα μου για να σβήσουμε τη φωτιά που πλησιάζει τις κατοικημένες περιοχές…

Οι ιδιοκτήτες των σπιτιών θα ήταν σε απόγνωση, εγώ θα σκεφτόμουν πως μπορώ να τους ηρεμήσω αλλά και πώς τους δόθηκε άδεια από την Πολιτεία να χτίσουν άλλο ένα -σχεδόν- λυόμενο σπίτι, χωρίς μελέτη, χωρίς υποδομές, χωρίς προστασία. Τι τα θες…;

Άστα τώρα αυτά, πάμε να σώσουμε ζωές, σπίτια, αναμνήσεις και τους κόπους μιας ζωής. Να σώσω το σκυλάκι, να σώσω το δέντρο, να σώσω τα ζώα, τις φωλιές που πέφτουν από πάνω μας… και αυτή η ζέστη μέσα στη στολή … θεούλη μου μην πάθω αποπληξία τώρα …

Η φωτιά γυρνάει, κάπως το σώσαμε, κοιταζόμαστε με τους άλλους πυροσβέστες και συνεχίζουμε… Ευκαιρία να σκεφτώ το δάνειο, τα παιδιά, τα σχολεία, τα αγγλικά που δεν εχω πληρώσει, τα ποδοσφαιρικά παπούτσια του μεγάλου, τα ρούχα της μικρής που δεν της κάνουν, το πρόβλημα υγείας της μάνας μου, να πάρω τηλέφωνο τη γυναίκα μου όταν θα εχω σήμα, τον ανώτερο μου που μάλλον δεν με γουστάρει, έτσι νομίζω δηλαδή, τις διακοπές που δεν θα πάω γιατί έχουμε και θα έχουμε φωτιές, τον υπουργό που είπε θα πάρουμε επίδομα…

… Πόσο πολύ διψάω… τι ώρα να είναι; Βραδιάζει σιγά σιγά…

Αγάπη γύρισα… Πώς ήταν η ημέρα σου;